Παραδοσιακά παραμύθια με ζώα

 

Τα πουλιά και το Ουράνιο Τόξο

σκηνή ινδιάνων(Ινδιάνικο Παραμύθι).
Όταν η Γη ήταν ακόμα φρεσκοπλασμένη, τα πυκνά δάση κάλυπταν μεγάλες εκτάσεις και ήταν γεμάτα από κάθε είδους άγρια ζώα και πουλιά. Ενώ όμως τα ζώα και τα φυτά είχαν το καθένα τα χρώματά του, τα πουλιά δεν είχαν χρώματα. Ήταν γκρίζα κι άχαρα. Αυτό τα στενοχωρούσε πολύ. Ήταν τόση η λαχτάρα τους να αποκτήσουν χρώμα, ώστε πολλές φορές έτριβαν τα φτερά τους με τα πέταλα των λουλουδιών ή με τα φύλλα των φυτών, προσπαθώντας να τα βάψουν. Οι προσπάθειές τους όμως ήταν μάταιες, γιατί, ακόμα κι αν κατάφερναν να πάρουν λίγο χρώμα, μετά από λίγες ώρες αυτό ξέβαφε και χανόταν.
Κι έτσι κάθονταν λυπημένα στα κλαδιά των δέντρων, κοιτάζοντας τα πολύχρωμα λουλούδια και θαυμάζοντας το ουράνιο τόξο, όποτε εκείνο έβγαινε να στολίσει τον ουρανό. Τι όμορφο που ήταν! Τα χρώματά του ήταν πιο λαμπερά και καθαρά από τα χρώματα των λουλουδιών! Πόσο θα’ θελαν να έχουν κι αυτά λίγο από τα χρώματά του!
Μια μέρα που έβρεχε, τα πουλιά μαζεύτηκαν πάλι στα κλαδιά των δέντρων για να δουν το αγαπημένο τους ουράνιο τόξο. Μα…τι ήταν αυτό που έβλεπαν; Το ουράνιο τόξο δεν ήταν πια η φωτεινή και πολύχρωμη γέφυρα που ήξεραν αλλά μια γκρίζα σκοροφαγωμένη ανάποδη παρένθεση!! Κάτι κακό συνέβαινε…αλλά τι;
Τα πουλιά άρχισαν να πετούν εδώ κι εκεί, κρώζοντας ανήσυχα, ρωτώντας τα ζώα, τα γέρικα δέντρα, τα ρυάκια, για να μάθουν τι έπαθε το ουράνιο τόξο. Κανείς όμως δεν ήξερε να τους πει.
Πέρασαν οι ώρες, ο ήλιος έδυσε. Η σκιά του ουράνιου τόξου έσβησε αφήνοντας στα πουλιά την ελπίδα ότι το επόμενο πρωί όλα θα ήταν καλά, ότι τα χρώματα θα είχαν ξαναγυρίσει στο ουράνιο τόξο. Όμως, όχι…το άλλο πρωί το ουράνιο τόξο ήταν πάλι γκρίζο και σκοτεινό.
Ξαφνικά, η θαμπή υγρή ατμόσφαιρα φωτίστηκε από ένα χρυσό φως που κατέβηκε από τα σύννεφα και στάθηκε στην κορφή μιας πανύψηλης ανθισμένης κουρουπίτα.
Ήταν ένα ουράνιο πουλί, ένας Φοίνικας, που είχε έρθει να ζητήσει τη βοήθεια των πουλιών για να σωθεί το ουράνιο τόξο.
-Ένα τεράστιο σμήνος από σκόρους έχει πέσει πάνω στο ουράνιο τόξο και το κατατρώει. Μόνο με τη βοήθεια των πουλιών μπορεί να σωθεί. Όσοι από σας έχετε το θάρρος να πετάξετε τόσο ψηλά και να πολεμήσετε , ακολουθείστε με!
Τα πουλιά σάστισαν! Μια τέτοια πτήση ήταν πολύ επικίνδυνη, ιδιαίτερα για τα μικρόσωμα. Λίγα λεπτά δισταγμού ακολούθησαν τα τελευταία λόγια του Φοίνικα. Έπειτα…ο παπαγάλος τίναξε τα φτερά του, άφησε τη σιγουριά του κλαδιού του και πέταξε προς την κορφή της κουρουπίτα. Το παγώνι και το φλαμίνγκο τον μιμήθηκαν. Ο φασιανός και η αγριόπαπια τους ακολούθησαν. Σιγά-σιγά πολλά πουλιά ξεθάρρευαν και αποφάσιζαν να βοηθήσουν το ουράνιο τόξο. Ακόμα και μικρά πουλάκια όπως ο μελισσοφάγος, το καναρίνι, η καρδερίνα, ο κοκκινολαίμης, θέλησαν να πάρουν μέρος στην εκστρατεία διάσωσης. Ως και το μικρούλι κολιμπρί πέταξε μαζί τους! Μαζεύτηκαν όλα στα κλαδιά του μεγάλου δέντρου, γύρω από το Φοίνικα, και με το παράγγελμά του πέταξαν όλα μαζί προς το ουράνιο τόξο.
Οι σκόροι, ακούγοντας το χτύπημα χιλιάδων φτερών, άφησαν το τραγάνισμα και χίμηξαν στα πουλιά. Έπεφταν πάνω στα μάτια τους για να τα εμποδίσουν να βλέπουν, χωνόντουσαν στα ρουθούνια τους για να μη μπορούν να αναπνεύσουν, έμπαιναν μέσα στο φτέρωμά τους κι άρχιζαν να το μασουλάνε με μανία. Τα πουλιά πάλευαν, πολλές φορές στα τυφλά, χτυπώντας τα φτερά τους κι ανοιγοκλείνοντας τα ράμφη τους, λιώνοντας εκατοντάδες σκόρους σε κάθε προσπάθεια.
Μετά από πολύωρο αγώνα, οι σκόροι, βλέποντας ότι λιγοστεύουν, τράπηκαν σε φυγή.
Τα πουλιά, με όσες δυνάμεις τους είχαν απομείνει, ανέβηκαν πάνω στο ουράνιο τόξο και άρχισαν να το καθαρίζουν από τους σκόρους που είχαν τρυπώσει μέσα του. Καθώς το καθάριζαν, οι ακτίνες τού ήλιου έπλεκαν νέο φωτεινό ιστό και έκλειναν τις τρύπες που είχαν δημιουργήσει οι σκόροι. Τα χρώματα άρχισαν πάλι να λάμπουν στους διαδρόμους του. Τα πουλιά χάρηκαν τόσο πολύ που άρχισαν να βουτάνε μέσα στα χρώματα … και τότε… έγινε κάτι μαγικό! Τα χρώματα έβαψαν τα φτερά τους και τα πουλιά έγιναν πολύχρωμα!
Όταν γύρισαν στο δάσος τους ήταν εξουθενωμένα αλλά πολύ ευτυχισμένα. Είχαν νικήσει τους σκόρους, είχαν σώσει το ουράνιο τόξο τους, κι εκείνο, σε αντάλλαγμα, τους είχε δωρίσει λίγο από τα χρώματά του! Στα κλαδιά των δέντρων περίμεναν όσα πουλιά δεν είχαν τολμήσει να πάρουν μέρος στην εκστρατεία. Αυτά είχαν μείνει με τα άχρωμα φτερά τους και θα έμεναν έτσι για πάντα…


SAINT AILBE
Κέλτες


ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ στη μακρινή Ιρλανδία, γεννήθηκε ένας μικρούλης. Όμως οι γονείς του δεν τον ήθελαν κι επειδή δεν μπορούσαν να τον πουλήσουν σκέφτηκαν να τον αφήσουν σε κάποια ερημιά μακριά από το σπίτι τους. Τύλιξαν, λοιπόν, το μωρό σε ένα σεντόνι και πήγαν και το άφησαν πέρα ψηλά στο βουνό, ολομόναχο, σ΄ ένα θάμνο σκεπασμένο από ρείκια.
Όταν έπεσε η νύχτα η λύκαινα που ζούσε εκεί κοντά, αφού κοίμισε τα παιδιά της βγήκε βόλτα. Περνώντας από την περιοχή με τα ρείκια άκουσε να έρχεται από μακριά ένας παράξενος ήχος. Αφουγκράστηκε μια δυο φορές, τέντωσε τα αυτιά της και μονολόγησε: «τι είναι αυτό;». Δεν μπορούσε να καταλάβει. Οσφρήστηκε τον αέρα με περίσσια προσοχή που την οδήγησε σε πολύ λίγο χρόνο, δίπλα στο μικρό ροδαλό μωρό που έκλαιγε νηστικό και παγωμένο.
Η μητρική καρδιά της λύκαινας σκίρτησε και σκέφτηκε πόσο θλιβερό θα ήταν τα δικά της μωρά να βρεθούν ανυπεράσπιστα, νηστικά και παγωμένα μια άγρια νύχτα στο βουνό. Άρπαξε με μιας τα πανιά που ήταν τυλιγμένο το μωρό και κρατώντας τα με το στόμα της κίνησε για τη φωλιά της, που βρισκόταν στους πρόποδες του βουνού, προσέχοντας μην της πέσει το μικρό. Εκεί το μωρό, που το όνομά του ήταν Ailbe, μεγάλωνε μαζί με τα λυκάκια. Μ΄ αυτά μοιραζόταν το γάλα και το φαγητό, μ΄ αυτά έπαιζε, μ΄ αυτά απολάμβανε τη χαρά τού να έχεις μάνα. Η λύκαινα το φρόντιζε σα δικό της κι εκείνο την αγαπούσε περισσότερο και απ΄ τα παιδιά της. Και ο Ailbe μεγάλωνε και θέριευε και γινόταν όλο και πιο ψηλός και πιο δυνατός κάθε μέρα, απολαμβάνοντας τη χαρά να ζει κάποιος ελεύθερος στα πράσινα βουνά της Ιρλανδίας.
Μια μέρα, δυο ή τρία χρόνια μετά το περιστατικό, ένας κυνηγός καβάλα στ΄ άλογό του έτυχε να περάσει από τη σπηλιά που ζούσε η λύκαινα και τα παιδιά της. Εκεί που πέρναγε, πήρε το μάτι του το μικρό άνθρωπο να διασχίζει το μονοπάτι. Στην αρχή τον πέρασε για άσπρο λαγό, έτσι που πηδούσε, αλλά αμφέβαλλε γιατί δεν μπορεί ένας λαγός να είναι τόσο μεγάλος αλλά ούτε να πηδάει και με αυτόν τον τρόπο. Έτσι κατέβηκε από το άλογο, γεμάτος περιέργεια για το ζώο αυτό.
Πολύ σύντομα κατάφερε να εντοπίσει τον Ailbe που είχε κρυφτεί στους θάμνους. Τι έκπληξη, μα την αλήθεια, αισθάνθηκε ο κυνηγός όταν είδε ότι το ζώο ούτε γούνα είχε, ούτε κέρατα∙ αντίθετα ήταν ένα πολύ όμορφο αγόρι που δεν μπορούσε να περπατήσει όρθιο και που βρισκόταν κουλουριασμένο και γυμνό ανάμεσα σε τέσσερεις νεαρούς λύκους. Η λύκαινα, επειδή ο μικρός είχε αναπτυχθεί τόσο πολύ, πίστευε ότι μπορούσε να αντεπεξέλθει στους κινδύνους κι έτσι άφηνε που και που τα παιδιά μόνα τους. Όμως ο Ailbe φαίνεται ότι δεν ήταν σε θέση να φροντίσει ακόμη τον εαυτό του. Ο κυνηγός αφού το σκέφτηκε, αποφάσισε να πάρει το παιδί στο σπίτι του, εκεί που η γυναίκα του μπορούσε να το φροντίσει.
Μάταια ο μικρός κλώτσαγε και πάλευε να ξεφύγει από την αγκαλιά του ανθρώπου. Εκείνος, δυνατός και μεγάλος, τον έχωσε κάτω από το μανδύα του, πήδησε στο άλογο και έφυγε προς το χωριό έξω από το δάσος. Ο Ailbe απελπισμένος δεν μπορούσε να δεχθεί ότι τον παίρνουν μακριά από το δάσος, τη φωλιά του και τ΄ αδέλφια του. Όμως πιο πολύ τον πλήγωνε ότι δεν θα ξανάβλεπε τη μάνα του. Έτσι εξακολουθούσε να παλεύει για τη φυγή προς την ελευθερία και άρχισε να ουρλιάζει στη γλώσσα των λύκων για να τον βοηθήσουν να ελευθερωθεί. Τότε η μάνα μαζί με τους τέσσερεις νεαρούς λύκους έτρεξαν προς τον Ailbe, κυνήγησαν το άλογο, όρμηξαν στο μανδύα που ήταν τυλιγμένος, πάλεψαν με τον κλέφτη του παιδιού. Μάταια όμως. Θλίψη και οργή κατέβαλε και τους πέντε. Ούτε ν΄ αρπάξουν τον κυνηγό κατάφεραν ούτε να πάρουν πίσω το παιδί τους. Πέντε μίλια παρακάτω οι λύκοι εγκατέλειψαν τις προσπάθειες κάτω από την απειλή του όπλου του κυνηγού. Ο Ailbe τους είδε να σταματούν στο δρόμο και τους αποχαιρέτισε για τελευταία φορά. Ήταν ένας αποχαιρετισμός απελπισίας και από τις δυο πλευρές. Με τις ουρές στα σκέλια και το κεφάλι σκυμμένο οι λύκοι γύρισαν στην έρημη φωλιά τους που ποτέ ξανά δεν θα φιλοξενούσε το μικρό αγόρι. Ήταν η πιο θλιβερή μέρα στη ζωή της λύκαινας.
Ο κυνηγός που έκλεψε τον Ailbe, γύρισε σπίτι του και ο μικρός βρήκε εκεί μια νέα μάνα να τον περιμένει. Αν και δεν ήξερε ποια ήταν η φυσική μητέρα του φανταζόταν ότι επρόκειτο για μια σκληρή και κακιά γυναίκα. Η δεύτερη μητέρα του ήταν η ευγενική λύκαινα και η τρίτη μια πανέμορφη πριγκίπισσα! Βλέπετε ο κυνηγός που είχε βρει το μικρό στο δάσος ήταν πρίγκιπας και ζούσε σε ένα μεγάλο κάστρο κοντά στη λίμνη, με εκατοντάδες υπηρέτες, άλογα και σκύλους και τεράστιους κήπους όπου ο Ailbe μπορούσε να παίζει με ασφάλεια. Εδώ έζησε και μεγάλωσε το μικρό αγόρι και έμαθε όλα εκείνα τα πράγματα που μαθαίνει κάποιος όταν μεγαλώνει με μια σοφή γυναίκα και έναν ώριμο άνδρα.
Ο Ailbe μεγάλωσε κι έγινε Επίσκοπος. Στο σπίτι του στην πόλη μαζεύονταν κόσμος πολύς για να τον συμβουλευθεί και να φιλοξενηθεί, αλλά και ο κάθε διαβάτης έβρισκε ένα πιάτο φαγητό. Όσο κι αν πέρασαν τα χρόνια, όμως, δεν μπόρεσε ποτέ-ποτέ να ξεχάσει τη μάνα που του χάρισε τη ζωή και τα τέσσερα αδέλφια του. Η σκέψη του ήταν συνεχώς κοντά στη λύκαινα και στους τέσσερεις λύκους που τον συντρόφεψαν τα πρώτα χρόνια της ζωής του. Και κάποιες φορές όταν οι επισκέπτες του ήταν κουραστικοί, και έμεναν πολύ καιρό ή όταν του έκαναν πολλές ερωτήσεις και του πρόσφεραν δώρα που δεν ήθελε, ο Ailbe αναπολούσε τη ζωή του στο δάσος κοντά στους λύκους. Για μερικούς μάλιστα που ήταν τελείως αναίσθητοι, ο Ailbe σκεφτόταν ότι δεν είχαν ποτέ ασπασθεί το Blarney Stone που δωρίζει σε όλους τους ανθρώπους την ευγλωττία.
Μετά από λίγα χρόνια στην πόλη οργανώθηκε κυνήγι. Συγκεντρώθηκαν όλοι οι ευγενείς της περιοχής και ξεκίνησαν να κυνηγήσουν άγρια ζώα στο δάσος γύρω από την περιοχή. Ανάμεσά τους ήταν και ο πρίγκιπας που ανάθρεψε τον Ailbe, όχι όμως και ο ίδιος. Τους είπε μάλιστα ότι δεν έβλεπε κάτι αθλητικό στο να σκοτώνεις τα φτωχά πλάσματα. Είχε σχεδόν νυχτώσει και οι κάτοικοι είχαν μαζευτεί στην πλατεία, περιμένοντας τους κυνηγούς με τα σπάνια θηράματά τους. Ο Επίσκοπος εκείνη την ώρα κατηφόριζε το δρόμο προς την εκκλησία, όταν ο ήχος της κόρνας που ειδοποιούσε για την επιστροφή των κυνηγών έφτασε στ΄ αυτιά του, μακριά πέρα από τους λόφους. Πολύ σύντομα ακούστηκαν και οι χαρούμενες κραυγές των κυνηγών ενώ οι κόρνες έπαιζαν ρυθμικά «Τα-ρα-τα-τα!», προετοιμάζοντας τους κατοίκους για αυτό που έμελλε να δουν. Οι καλπασμοί των αλόγων ακούγονταν τώρα ξεκάθαρα. Οι κυνηγοί έμπαιναν στην πόλη.
Ξάφνου η καρδιά του Επισκόπου σταμάτησε. Ανάμεσα στους διάφορους ήχους ξεχώρισε κάτι γνώριμο. Ναι, ήταν κάτι που ήξερε πολύ καλά. Ήταν το ουρλιαχτό του λύκου, ουρλιαχτό θλίψης, πόνου, φόβου και μαρασμού. Ο Επίσκοπος θυμήθηκε μια γλώσσα που σχεδόν είχε ξεχάσει. Δεν είχε όμως το χρόνο να σκεφτεί. Εκεί ανάμεσα στον κόσμο, στ΄ άλογα, τους κυνηγούς και τα σκυλιά τους, διέκρινε το μαραμένο πρόσωπο μιας λύκαινας, που την έσερναν έχοντας δέσει τα πόδια της. Ήταν η λύκαινα-μάνα του Ailbe.

Αμέσως μόλις την αντίκρισε, κατάλαβε ότι ήταν η μάνα του. Η λύκαινα με τα πράσινα μάτια και το άσπρο σημάδι στο δεξί μπροστινό πόδι της. Κι εκείνη τον γνώρισε. Σίγουρα ο Ailbe είχε αλλάξει πολύ από την τελευταία φορά που τον είδε. Τότε ήταν ακόμη ένα γυμνό αγοράκι. Παρόλο που τώρα ήταν ένας ώριμος άντρας, με πορφυρά ρούχα, με δαντέλες, με την τιάρα στο κεφάλι και την ποιμαντική ράβδο στο χέρι, η μάνα ήξερε ότι εκείνος που την κοιτούσε ήταν το παιδί της.
Με μια κραυγή χαράς, αψηφώντας κυνηγούς και σκύλους, η λύκαινα όρμηξε προς τον Επίσκοπο κι ακούμπησε το κεφάλι της στο στήθος του, δείχνοντας σε όλους ότι ο ήταν το δικό της παιδί. Εκείνος την τράβηξε στοργικά κάτω από το βελούδινο μανδύα του, για να ξαποστάσει από το λαχάνιασμά της, και τη χάιδεψε με τρυφερότητα και αγάπη στο κεφάλι. Μετά έδωσε εντολή στους υπόλοιπους να πάρουν μακριά τους σκύλους.
«Θα σε προστατεύσω, μάνα» της ψιθύρισε στοργικά. «Όταν ήμουν ένα απροστάτευτο και ταλαιπωρημένο βρέφος, εσύ με έθρεψες και με προστάτευσες∙ τώρα που είσαι ηλικιωμένη, κυνηγημένη και ανήμπορη θα κάνω το ίδιο και εγώ με την ίδια αγάπη που το έκανες και συ τότε. Δεν θα σε πειράξει κανείς».
Τότε οι κυνηγοί πλησίασαν, καβάλα στα αφρισμένα από το κυνήγι άλογά τους, να δουν τι συμβαίνει με τον Επίσκοπο. Μερικοί μάλιστα απ΄ αυτούς ήθελαν να σκοτώσουν τη λύκαινα, όπως άλλωστε και τα σκυλιά τους που είχαν απογοητευθεί από την εξέλιξη της ιστορίας. Ο Ailbe όμως δεν τους άφησε να πλησιάσουν και τους απαγόρευσε να αγγίξουν το δύστυχο ζωντανό. Και ήταν τόσο δυνατός, αποφασισμένος και σεβάσμιος που κανείς δεν τόλμησε να του φέρει αντίρρηση. Τους επέπληξε, μάλιστα, για τις αγριότητες αλλά πριν φύγουν είχε κάτι ακόμη να τους πει∙ σ΄ αυτούς και στο πλήθος που είχε εν τω μεταξύ συγκεντρωθεί γύρω του.
Εκεί, μπροστά τους, επανέλαβε την υπόσχεσή του στη μάνα-λύκαινα και προειδοποίησε όλους ότι απαγορεύεται στο εξής να πειράξουν τόσο την ίδια όσο και τα παιδιά της, είτε στο χωριό, είτε στο δάσος, είτε στο βουνό. Και γυρνώντας προς το μέρος της για μια ακόμη φορά είπε: «Μητέρα, από εδώ και πέρα δεν έχετε να φοβηθείτε κανέναν. Κανείς δεν θα τολμήσει να σας πειράξει. Ο γιος σας, σάς προστατεύει. Καθημερινά θα έρχεστε με τα αδέλφια μου να μοιραζόμαστε το φαγητό μου, όπως κάναμε και στο παρελθόν».
Κι έτσι έγινε. Κάθε μέρα η μάνα-λύκαινα μαζί με τα παιδιά της ερχόταν στην Επισκοπή και ο φύλακας τούς υποδεχόταν με τιμές. Κάθε μέρα ο οικονόμος του σπιτιού άνοιγε την τραπεζαρία και οι πέντε μαζί απολάμβαναν μαζί το γεύμα τους. Και κάθε μέρα ο Ailbe δεν παρέλειπε να επαναλαμβάνει «Τι ευτυχισμένη οικογένεια που είμαστε!» Και ήταν η αλήθεια.
__________________________________
Ο Άγιος Ailbe είναι Ιρλανδός Άγιος που έζησε τον 6ο αιώνα. Μια παράδοση λέει ότι ορίστηκε Επίσκοπος από τον Πάπα ενώ ίδρυσε τη μονή στο Emly. Σύμφωνα με την κέλτικη μυθολογία τα πρώτα χρόνια της ζωής του τα έζησε με λύκους.

  Το βρήκα εδώ:  http://anemologites.forumotion.com/t22p1-topic

 

 

 

 

Ο σκύλος και ο λύκος (Μύθος του Αισώπου)

 Στο μεγάλο δάσος είχε πέσει μεγάλη πείνα. Τα άγρια ζώα – οι αρκούδες, οι λύκοι και οι αλεπούδες – δεν έβρισκαν τίποτα να βάλουν στο στόμα τους.

Ένας λύκος, αφού γύρισε όλο το δάσος χωρίς να βρει ούτε ένα ποντικό για να ξεγελάσει το στομάχι του, που τον πονούσε από την πείνα, αποφάσισε να βγει στον κάμπο, μήπως σταθεί τυχερός και βρει κανένα μικρό ζώο.
Κόντευε να φτάσει σε ένα μικρό σπίτι, όταν είδε έναν σκύλο να τρέχει πότε από δω πότε από εκεί.

- Γεια σου ξάδερφε! …του είπε ο λύκος. Όπως ξέρετε, οι σκύλοι και οι λύκοι μοιάζουν σαν να είναι πρώτα ξαδέρφια.
- Γεια σου!…του απάντησε ο σκύλος και στάθηκε να κουβεντιάσει μαζί του.

- Γιατί κάνεις συνέχεια βόλτες;…τον ρώτησε ο λύκος.

- Α, τις βόλτες τις κάνω μετά το φαγητό, για να χωνέψω. …αποκρίθηκε ο σκύλος.
 Ο λύκος γούρλωσε τα μάτια του από θαυμασμό και ζήλια.

- Ώστε τρως πολύ, ε;…τον ρώτησε.

- Ναι, τρώω όσο θέλω. Το αφεντικό μου με ταΐζει καλά, γιατί του φυλάω το σπίτι.
…απάντησε ο σκύλος. Ο λύκος άρχισε να ξερογλείφεται και ρώτησε:

- Και τι τρως, αν επιτρέπεται;
- Ό, τι επιθυμήσει η ψυχή μου. Κρέας, κόκαλα, ψωμί, περισσεύματα από φαγητά..
- Και κάθε πότε τρως;
- Τρεις φορές την ημέρα. Πρωί, μεσημέρι και βράδυ.
Ο λύκος ενθουσιάστηκε και είπε:

- Μήπως περισσεύει και για μένα κανένα φαγητό για να φυλάω κι εγώ το σπίτι;
- Βέβαια! Το αφεντικό θα χαρεί πολύ να έχει δυο φύλακες! Από φαγητό μη σε νοιάζει. Θα τρως με την ψυχή σου. …απάντησε ο σκύλος και του είπε να πλησιάσει.

- Να σε ρωτήσω όμως κάτι; Αυτό που έχεις στο λαιμό σου τι είναι; …ρώτησε ο λύκος.
          - Είναι ένα πέτσινο λουρί. 
          - Και γιατί το φοράς;  
         - Μου το φοράει το αφεντικό μου. Από αυτό με δένει με την αλυσίδα.
- Την αλυσίδα; …ρώτησε ο λύκος ξαφνιασμένος.

- Ναι, τις περισσότερες φορές είμαι δεμένος με μια αλυσίδα.
   …είπε ο σκύλος και τότε ο λύκος του απάντησε:

- Α ξάδερφε! Αυτά τα πράγματα δε μου αρέσουν εμένα. Προτιμώ να γυρίζω νηστικός στο δάσος και να έχω την ελευθερία μου, παρά να είμαι χορτάτος και δεμένος με μια αλυσίδα. Για αυτό θα φύγω. Τρέχω στο όμορφο μου δάσος! Δεν μπορώ εγώ να υποφέρω τη σκλαβιά!

 

Ο κυνηγός και η αρκούδα( Από το βιβλίο του ΑΛΗ ΡΟΓΓΟ, ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΚΑΙ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΩΝ ΠΟΜΑΚΩΝ ΤΗΣ ΟΡΕΙΝΗΣ ΞΑΝΘΗΣ, εκδόσεις Οδυσσέας 2004.)
  Κάποιος κυνηγός πήγε για κυνήγι. Ένα πρωί σηκώνεται και πάει στο ποτάμι για κυνήγι. Του βγήκε μια αλεπού και τη σκότωσε.

    Αλλά υπήρχε και μια αρκούδα με δύο μικρά. Και η αρκούδα φοβήθηκε και έτρεξε να φύγει. Και το ένα μικρό μαζί της πάει. Το άλλο πιάνει ένα στραβό δρόμο.

     Πήγαινε, πήγαινε, φτάνει σε ένα γκρεμό. Δε μπορεί να ανεβεί και ο κυνηγός το παίρνει και το πάει στο σπίτι του. Και το τάιζε σαν τα δικά του τα παιδιά.

     Ήρθε καιρός που έγινε πόλεμος και τον άνθρωπο τον πήραν στον πόλεμο. Τα παιδιά του μείνανε και άρχισαν να τρώνε μαζί με την αρκούδα.

    Ήρθε ο καιρός που γύρισε ο άνθρωπος από τον πόλεμο. Αλλά είχε σκοτώσει δύο άτομα στον πόλεμο. Ο αδελφός αυτού που σκότωσε έμαθε ποιος τον είχε σκοτώσει. 

Ετοιμάστηκε να πάει στο χωριό του για να τον σκοτώσει.

    Αυτός όταν ήρθε από τον πόλεμο πάει για κυνήγι στο ποτάμι. Και άφησε ελεύθερη την αρκούδα αυτή που τάιζε και μεγάλωνε. Και η μάνα της τη βρήκε και τη ρώταγε.

- Έτσι κι έτσι, ο κυνηγός με πήρε στο χέρι και με πήγε στο σπίτι του. Όπως τάιζε τα παιδιά του κι εμένα το ίδιο με τάιζε. Και έφυγε στον πόλεμο. Όταν γύρισε με πήρε και με έφερε πάλι εδώ.

      Ο κυνηγός πήγε και το άφησε στο ίδιο μέρος που το είχε πάρει.  Όταν έφευγε ο κυνηγός ήτανε πολύ αργά. Αυτός που είχε πάει να τον σκοτώσει ήταν κρυμμένος. Όπως προχωρούσε σήκωσε το όπλο για να τον σκοτώσει.

    Αλλά η αρκούδα ήταν κρυμμένη πίσω από αυτόν. Όπως σήκωσε το όπλο η αρκούδα με μία πέτρα τον χτύπησε. Kαι έμεινε επί τόπου. Και η αρκούδα λέει στον κυνηγό:

- Εμείς από δω και πέρα θα είμαστε οι καλύτεροι φίλοι.


Το γάντι (παραδοσιακό ουκρανικό παραμύθι)

Μια μέρα, ένας ηλικιωμένος κύριος περπατούσε στο χιονισμένο δάσος με το σκύλο του. Δίχως να το καταλάβει του έπεσε από την τσέπη το ένα του γάντι. Ήταν ένα χειροποίητο, πέτσινο γάντι, με κόκκινη φόδρα, από εκείνα που το χέρι έμπαινε ολόκληρο μέσα κι όχι δάχτυλο δάχτυλο. Μα δεν το ‘δε κι ο σκύλος του που είχε το μυαλό του στις δεκάδες μυρωδιές του χιονιού. Αυτοί συνέχισαν ανέμελοι τον περίπατό τους στο δάσος και το γάντι έμεινε πίσω, πεσμένο κατάχαμα στο αφράτο χιόνι.
Ένα ποντικάκι, τόσο δα ήταν, πέρασε από εκεί κι είδε το γάντι μπροστά του. Το τριγύρισε από εδώ, το κοίταξε από εκεί. “Άδειο πρέπει να είναι”, σκέφτηκε και τσουπ….τρύπωσε στο όμορφο και ζεστό γάντι που πράγματι ήταν αδειανό. Το κρύο ήταν τσουχτερό έξω, δε γινόταν να αντέξεις δίχως μια φωλίτσα να κρυφτείς.
2
“Τι γλυκιά ζεστασιά έχει εδώ μέσα”, σκέφτηκε το ποντικάκι. “Εδώ θα ζήσω! Θα μείνω όλο το χειμώνα, ώσπου να περάσει το κρύο. Ύστερα…βλέπουμε”, είπε και ζάρωσε σε μια γωνιά να ξεκουραστεί.
Λίγο αργότερα χοροπηδώντας κατέφτασε εκεί γύρω ένας βάτραχος, πράσινος πράσινος που αν δεν έβρισκε γρήγορα κάπου να ζεσταθεί θα γινότανε μπλε μπλε! Κοντοστάθηκε έξω από το γάντι.
-Ποιος είναι μέσα στο γάντι; , ρώτησε.
-Η Ποντικίνα η Δαγκωνίτσα. Εσύ ποιος είσαι;
-Είμαι Βάτραχος ο Χίπιχοπης ο Χοροπηδηχτός. Μπορώ να μπω κι εγώ μέσα; Κάνει πολύ κρύο έξω.
-Έντάξει, έλα!, του είπε δίχως να το σκεφτεί το ποντίκι και μέσα στο γάντι έγιναν δύο τα ζώα.
Η έγνοια κάνει τη δουλειά κι η ξεγνοιασιά τον ύπνο και το χειμώνα το βαρύ κανέναν μην αφήνει ξύπνιο! Στριμώχτηκαν όπως όπως και προσπάθησαν να χαλαρώσουν. “Τι γλυκιά ζεστασιά έχει εδώ μέσα”, σκέφτηκε ο βάτραχος. “Εδώ θα ζήσω! Θα μείνω όλο το χειμώνα, ώσπου να περάσει το κρύο. Ύστερα…βλέπουμε”, είπε και πήδηξε σε μια γωνιά να ξεκουραστεί.
Λίγο μετά, χραπ χρουπ πάνω στο χιόνι, να σου κι ο λαγός με γρήγορες κινήσεις και αυτιά μεγαλύτερα από το σώμα του.
-Ποιος είναι μέσα στο γάντι; , ρώτησε.
-Η Ποντικίνα η Δαγκωνίτσα κι ο Βάτραχος ο Χιπιχόπης Χοροπηδηχτός. Εσύ ποιος είσαι;
-Είμαι ο λαγός ο Βιαστικός Τρεχαλητός. Μπορώ να μπω κι εγώ μέσα; Κάνει πολύ κρύο έξω.
-Έντάξει, έλα!, του είπαν με μια φωνή η ποντικίνα κι ο βάτραχος.
Τώρα τα ζώα μέσα στο γάντι ήταν τρία και στριμώχτηκαν λίγο παραπάνω για να χωρέσουν. “Τι γλυκιά ζεστασιά έχει εδώ μέσα”, σκέφτηκε ο λαγός. “Εδώ θα ζήσω! Θα μείνω όλο το χειμώνα, ώσπου να περάσει το κρύο. Ύστερα…βλέπουμε”, είπε. Βολεύτηκαν στο γάντι κι οι τρεις μαζί κι άρχισαν να χορεύουν πάνω στο χιόνι τόσο που το γάντι έμοιαζε με αεροπλανάκι.
6
Λίγο μετά εμφανίστηκε μια αλεπού. Περπάτησε προσεκτικά προς το γάντι.
-Ποιος είναι μέσα στο γάντι; , ρώτησε. -Η Ποντικίνα η Δαγκωνίτσα, ο Βάτραχος ο Χιπιχόπης Χοροπηδηχτός και ο Λαγός ο Βιαστικός Τρεχαλητός. Εσύ ποιος είσαι;
-Είμαι η Αλεπού η Φουντωτή Αγαπητή. Μπορώ να μπω κι εγώ μέσα; Κάνει πολύ κρύο έξω.
-Έντάξει, έλα!, της είπαν όλοι μαζί. Τώρα τα ζώα μέσα στο γάντι ήταν τέσσερα και έπρεπε να στριμωχτούν λίγο παραπάνω για να χωρέσουν. “Τι γλυκιά ζεστασιά έχει εδώ μέσα”, σκέφτηκε η αλεπού. “Εδώ θα ζήσω! Θα μείνω όλο το χειμώνα, ώσπου να περάσει το κρύο. Ύστερα…βλέπουμε”. Βολεύτηκαν στο γάντι κι οι τέσσερις μαζί κι άρχισαν να χοροπηδούν χαρούμενοι πάνω στο χιόνι τόσο που το γάντι έμοιαζε με ελικοπτεράκι.
Λίγο μετά εμφανίστηκε ένας γκρίζος λύκος που ούρλιαζε κι αντηχούσε σ’ όλο το βουνό το ουρλιαχτό του. Περπάτησε προς το γάντι κουνιστός και λυγιστός και ρώτησε.
-Ποιος είναι μέσα στο γάντι; -Η Ποντικίνα η Δαγκωνίτσα, ο Βάτραχος ο Χιπιχόπης Χοροπηδηχτός, ο Λαγός ο Βιαστικός Τρεχαλητός και η Αλεπού η Φουντωτή Αγαπητή. Εσύ ποιος είσαι;
-Είμαι ο Λύκος ο Γκρίζος Ουρλιαχτός. Μπορώ να μπω κι εγώ μέσα; Κάνει πολύ κρύο έξω.
-Έντάξει, έλα!, του είπαν σχεδόν όλοι μαζί και κοιτάχτηκαν για μια στιγμή. Τώρα τα ζώα μέσα στο γάντι ήταν πέντε και έπρεπε να στριμωχτούν ακόμη περισσότερο για να χωρέσουν. “Τι γλυκιά ζεστασιά έχει εδώ μέσα”, σκέφτηκε ο λύκος. “Εδώ θα ζήσω κι ας είναι λίγο στριμωγμένα! Θα μείνω όλο το χειμώνα, ώσπου να περάσει το κρύο. Ύστερα…βλέπουμε”. Βολεύτηκαν στο γάντι κι οι πέντε μαζί κι άρχισαν να χοροπηδούν χαρούμενοι πάνω στο χιόνι τόσο που το γάντι έμοιαζε με διαστημοπλοιάκι.
10
Λίγο μετά εμφανίστηκε ένα αγριογούρουνο που γουρούνιζε παράξενα και βραχνά. Έφτασε μπροστά στο γάντι και ρώτησε: -Ποιος είναι μέσα στο γάντι; -Η Ποντικίνα η Δαγκωνίτσα, ο Βάτραχος ο Χιπιχόπης Χοροπηδηχτός, ο Λαγός ο Βιαστικός Τρεχαλητός, η Αλεπού η Φουντωτή Αγαπητή και ο Λύκος ο Γκρίζος Ουρλιαχτός. Εσύ ποιος είσαι;
-Είμαι το Αγριογούρουνο το χαυλιοδόντικο. Μπορώ να μπω κι εγώ μέσα; Κάνει πολύ κρύο εδώ έξω.
-Εεεε, δεν υπάρχει πια χώρος εδώ μέσα. Είμαστε πέντε και σχεδόν δεν αναπνέουμε, του είπαν.
-Σας παρακαλώ. Δε θα πιάσω πολύ χώρο. Θα κρατήσω την αναπνοή μου και θα στριμωχτώ όσο περισσότερο μπορώ. Αφήστε με να μπω, τους παρακάλεσε το αγριογούρουνο που τουρτούριζε από το κρύο.
-Καλά, εντάξει. Έλα!, του είπαν.
Στο τέλος εμφανίστηκε μια μεγάλη αρκούδα που πλησίασε κι αυτή το γάντι. Άκουσε φασαρία μέσα και ρώτησε:
-Ποιος είναι μέσα στο γάντι;
-Η Ποντικίνα η Δαγκωνίτσα, ο Βάτραχος ο Χιπιχόπης Χοροπηδηχτός, ο Λαγός ο Βιαστικός Τρεχαλητός, η Αλεπού η Φουντωτή Αγαπητή, ο Λύκος ο Γκρίζος Ουρλιαχτός και το Αγριογούρουνο το Χαυλιοδόντικο. Εσύ ποιος είσαι;
-Είμαι η Αρκούδα η Καφετιά η πιο γλυκιά. Μπορώ να μπω κι εγώ μέσα; Κάνει πολύ κρύο εδώ έξω.
-Εεεε, δεν υπάρχει πια χώρος εδώ μέσα. Είμαστε έξι πια και μάλλον θα σκάσουμε από στιγμή σε στιγμή, της είπαν
-Μα σας παρακαλώ. Θα στριμωχτώ στην πιο μικρή γωνίτσα. Θα χωθώ κι ούτε θα κουνιέμαι. Αφήστε με να μπω, τους παρακάλεσε η αρκούδα που έτρεμε από τον χιονιά.
-Ε, καλά. Έλα!, της είπαν.
Η Αρκούδα όρμηξε μέσα. Τώρα τα ζώα μέσα στο γάντι ήταν επτά και έπρεπε να στριμωχτούν πάρα πολύ για να χωρέσουν. “Τι γλυκιά ζεστασιά έχει εδώ μέσα”, σκέφτηκε η Αρκούδα. “Εδώ θα ζήσω. Αν δε σκάσω από το στρίμωγμα, θα μείνω όλο το χειμώνα, ώσπου να περάσει το κρύο. Ύστερα…βλέπουμε”. Το γάντι χοροπηδούσε στο χιόνι σαν κουρδιστό παιχνίδι που κόντευε να σκιστεί.
Λίγο μετά ακούστηκαν βήματα. Ο ηλικιωμένος κύριος κι ο σκύλος του επέστρεφαν από τη βόλτα τους. Ξαφνικά είδαν μπροστά τους το γάντι να χοροπηδά σαν τρελό. Ο ηλικιωμένος άνθρωπος έβγαλε μια κραυγή που τρόμαξε ακόμα και το σκύλο του που έκλεισε τα αυτιά του. Από την ασταμάτητη αυτή κραυγή βγήκαν έξω ένα ένα όλα τα ζώα που είχαν τρυπώσει στο γάντι πριν καν τους πάρει χαμπάρι ο ηλικιωμένος κύριος. Η Ποντικίνα η Δαγκωνίτσα, ο Βάτραχος ο Χιπιχόπης Χοροπηδηχτός, ο Λαγός ο Βιαστικός Τρεχαλητός, η Αλεπού η Φουντωτή Αγαπητή, ο Λύκος ο Γκρίζος Ουρλιαχτός, το Αγριογούρουνο το Χαυλιοδόντικο και τελευταία η Αρκούδα η Καφετιά η πιο γλυκιά!